Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/4/10

Ποιήματα στο συρτάρι (10)


Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ

Ζητιάνευε στη μέση της πλατείας
μια συνήθεια
ξοδεύοντας το χάος του γουλιά-γουλιά
Γύρω του συνωστίζονταν τουρίστες
Τα μάτια τους ξασπρίζανε στον ήλιο
Ακουμπησμένος σ' ένα τοίχο ετοιμόρροπο
που βούλιαζε από γέλια υστερικά
κοίταζε αδιάφορα
πώς πολλαπλασιάζονταν τα περιστέρια.
Κι έτσι, χωρίς λόγο,
πάτησε τη σκανδάλη του ύπνου
ενώ τριγύρω του
μοίραζαν τα φυλλάδια
του τελευταίου κώδικα κυκλοφορίας.

Αθήνα 1972

Ποιήματα στο συρτάρι (9)


ΚΙ ΕΤΣΙ ΠΕΡΑΣΑΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Κι έτσι πέρασαν όλες οι μέρες,
με τα νεκρά φιλιά του αέρα στους τοίχους
και το τραγούδι των τσαλακωμένων φύλλων
στα παρτέρια.
Επικίνδυνες μέρες
για όσους βρισκόντουσαν στο δρόμο
και για όσους αποφάσιζαν το δρόμο τους.
Σκουριασμένο το λουκέτο στο πάνω παράθυρο,
εχθρεύεται το κλειδί του,
το φοβάται,
κοιμάται
με τη δικαιολογία του χειμώνα
όπως όλοι εμείς οι πολυπρόσωποι κυνηγοί.
Κι ήταν και κάτι ξαδέρφια μας
που φύλαγαν τα ρούχα τους
κι ήτανε πάντοτε ολόγυμνα
-τι ειρωνεία για το σύστημα!-
Οι γάτες πάνω στα νοτισμένα κεραμίδια,
χορωδία του φεγγαριού και της ερημιάς,
μας κάνουν ευτυχώς να καταλάβουμε
γιατί δεν κοιμόμαστε τα βράδια,
γιατί τα σεντόνια μας είναι γεμάτα
τσουκνίδες και μυρμήγκια.
Κι έτσι πέρασαν όλες οι νύχτες,
ο καθένας στο είδος του
κι όλοι μας χωριστά,
να τσουλάμε την ύπαρξη
και τον τεμπέλη καιρό,
χρησιμοποιώντας ο ένας τη φωνή του άλλου
μέσα σ' ατέλειωτα πηγάδια
μ' ένα πλαστικό ήλιο αγκαλιά
για τα διαλείμματα...

Αθήνα 1973

2/4/10

Ποιήματα στο συρτάρι (8)


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Ο ποιητής ούρλιαζε:
-Είμ' εδώ!... Είμ' εδώ!...
Ο αναγνώστης διάβαζε,
ώσπου το κεφάλι του
έπεσε βαρύ στην πολυθρόνα.
Ο ποιητής ούρλιαζε:
-Αγάπα με!... Αγάπα με!...
Κι ο αναγνώστης βούλιαζε
μέσα στην αποστήθιση...

Αθήνα, 1970

Ποιήματα στο συρτάρι (7)


Ο ΙΟΥΔΑΣ

Χθές, στο σκονισμένο μονοπάτι,
συνάντησα τυχαία,
εντελώς τυχαία,
τον Ιούδα.
Είχε στα χέρια του ένα δέντρο,
μα όταν με κοίταξε,
είδα ένα μικρό παιδί
να χοροπηδάει στα μάτια του...
Γύρισε απότομα το κεφάλι
κι έφυγε τρέχοντας,
σκυφτός,
μετανιωμένος,
που πρόδωσε τον εαυτό του,
πάντοτε εχθρός του εαυτού του...

Αθήνα 1971

Ποιήματα στο συρτάρι (6)


Ο ΡΗΤΩΡ

Ένα λεπτό σιγή, παρακαλώ!
Πρέπει να σας μιλήσω.
Έχω υποχρέωση να προσποιηθώ
και να θυμάμαι το εμβαδόν
της κάθε μου φράσης.
Ας μην κρατάω σε αγωνία
τις μύτες των μολυβιών σας.
Νιώθω πως με το ένα μάτι
καρφώνετε χαιρέκακα το μυαλό μου
και το άλλο το κρατάτε κλειστό
τάχα για να μην μπαίνουν νερά μέσα σας
όταν βρέχει,
τάχα για να διατηρείτε
σε καλή κατάσταση
το εξωτικό θερμοκήπιο του εαυτού σας.
Έχω πολλά να σας πω,
γι' αυτό ετοιμάστε τ' αφτιά σας...
Κατόρθωσα,
μετά από αξιόλογες προσπάθειες,
να βρω καινούριες φορεσιές
στα λόγια που ψιθύριζα κάποτε.
Πρέπει
να σας πείσω
ότι το δωμάτιό σας
θα έχει μεγαλύτερη αξία
αν το δείτε
από τετράγωνη κλειδαρότρυπα.
Είμαι ένας παλαιστής
με μόνιμο γύψο
σ' όλο του το κορμί
και κάθε Παρασκευή
το κυλάω
μέσα σε διαφορετικό χρώμα.
Χειροκροτήστε με, παρακαλώ!
Ο λόγος μου αρχίζει
μετά το πρώτο χασμουρητό
των προβολέων.

Αθήνα, 1970

Ποιήματα στο συρτάρι (5)


ROCK 'N' ROLL

Σφάξαν μια τηλεόραση στα θεμέλια
-oh baby-
Κόντευε μεσημέρι σαν κατάπλασμα
Κι εγώ ερωτεύτηκα ένα εκτόπλασμα
Στη φρίκη της μπογιάς του.

Ξεβάφουνε τα νέα στα δάχτυλά μου,
-oh baby-
Ξεβάφουν, και τα είδωλα αντιστρέφονται
Στα γυάλινά μας μάτια μέσα γλείφονται
Στενέματα της τρέλας.

Σκάσαν οι μπόμπες πάλι εδώ χωρίς φυτίλι
-oh baby-
Δεν πρόλαβα το τελευταίο κέρασμα,
Δεν ήμουνα στο τελευταίο μοίρασμα
Και μ' έπνιξε η σκιά μου.

Αθήνα 1972

Ποιήματα στο συρτάρι (4)


ΜΑΡΣ

Είπα: Γνώθι σαυτόν!
Είπε: Γνώση σαθρή,
σπάμε σε χίλια κομμάτια.
Οι λέξεις πεθαίνουν
Σώστε τα μάτια!

Αθήνα 1971

1/4/10

Ποιήματα στο συρτάρι (3)


Η ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ

Δεν ξέρω τίποτ' άλλο απ' αυτόν.
Μόνο τα μάτια του,
που είναι η δικαιολογία της όρασής του.

Αθήνα 1973

Ποιήματα στο συρτάρι (2)


ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Την ώρα που η νύχτα
μοιάζει με σπασμένο φέρετρο
και στις γούρνες των ματιών μου
κατασταλάζει το σκοτάδι,
θα θυμηθώ τα χέρια σου.
Πες μου, λοιπόν,
τι θα μπορούσα να κρατήσω απ΄ αυτά;
Μήπως τα ήσυχα λιμάνια
ανάμεσα στα δάχτυλα;
Ή μήπως τους κομψούς φάρους
που αναβοσβήνουν άκρη άκρη
με το ρυθμό της πνοής σου;
Τα νιώθω που φωσφορίζουν
κάτω απ' το λείο δέρμα,
που συνεχίζονται
ως μέσα στο κορμί σου
κι αγγίζουνε το θαύμα της σιωπής.
Νυστάζουν τα παγκάκια του πάρκου
κι όμως τα χέρια σου,
κάμπιες δροσιάς,
δεν τ' αφήνουν να κοιμηθούν.
Το χώμα ξαπλώνεται μακριά,
μα τουτα τα χέρια
μου λένε πως τελειώνει στο πάρκο.
Ο αέρας κλέβει τα χέρια σου.
Τι να κρατήσω απ' αυτά;

Αθήνα 1970

Ποίηματα στο συρτάρι (1)

Σκαλίζοντας τα συρτάρια μου, βρήκα καταχωνιασμένα εκεί κάποια από τα ποιήματα που έγραφα στα χρόνια του Γυμνασίου και τα διάβαζαν μόνο οι κοντινοί μου άνθρωποι. Τότε ντρεπόμουν να τα δείξω πιο πέρα. Ο πατέρας μου, όμως, τα έπαιρνε κρυφά και τα δακτυλογραφούσε, και μια μέρα, χωρίς να το ξέρω, τα πήγε στο Ρένο Αποστολίδη. Ο κύριος Αποστολίδης τον προετοίμασε δείχνοντάς του από τη μια τους αναρίθμητους φακέλους που λάβαινε καθημερινά από τους επίδοξους ποιητές κι από την άλλη το μεγάλο καλάθι αχρήστων όπου κατέληγαν οι περισσότεροι. Ώσπου να γυρίσει σπίτι ο πατέρας μου, ο κύριος Αποστολίδης με είχε βρει στο τηλέφωνο και μου είχε ανακοινώσει ότι θα με συμπεριλάμβανε στη δίτομη Ποιητική Ανθολογία του. Πράγματι, κάποια αποσπάσματα από αυτά τα ποιήματα βρίσκονται στη σελίδα 999 του Β' Τόμου της Ανθολογίας. Προσωπικά δεν ένιωσα ποτέ "ποιητής"... Όμως τώρα, που η πρεσβυωπία με έχει μάθει να βλέπω καλύτερα από μακριά παρά από κοντά, βρίσκω ότι εκείνα τα ποιήματα θα άξιζε να μείνουν κάπου. Λέω να αντιγράψω μερικά εδώ, μιας και ποτέ δεν εκδόθηκαν σε μια ωραία προσωπική ποιητική συλλογή, με χοντρό χαρτί και "αρτ" εξώφυλλο. Κι όποιος θέλει τα διαβάζει...

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Τον ρώτησα τι έκανε
σαν το 'σκασε απ' το στράτευμα.
Μου απάντησε:
-Την πρώτη μέρα
έδινα στον εαυτό μου
συγχαρητήρια.
Τη δεύτερη μέρα
αισθανόμουνα
σαν παρασημοφορημένος ποιητής.
Την τρίτη μέρα
καθόμουνα.
Την τέταρτη,
την πέμπτη
και την έκτη μέρα
καθόμουνα.
Ύστερα βγήκα στο δρόμο
και ζητιάνεψα θόρυβο

Αθήνα, 1970